Slider[Style1]

Style2

Style3[OneLeft]

Style3[OneRight]

Style4

Style5

Ο γερό-μάγειρας

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ το 1776, στα σύνορα της Βιέννης, σε ένα μικρό χωριάτικο σπίτι πέθαινε ένας τυφλός γέρος που κάποτε ήταν μάγειρας στον άρχοντα Τουν. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν ήταν ούτε κάν σπίτι, αλλά ένα ετοιμόρροπο φυλάκιο που βρισκόταν στο βάθος του κήπου. Ο κήπος ήταν σκεπασμένος με σάπια κλαριά, που ο άνεμος τα είχε ρίξει κάτω. Σε κάθε βήμα τρίζανε τα κλαδιά και τότε άρχιζε το δεμένο σκυλί να γρυλλίζει ήσυχα μέσα στο σπιτάκι του. Και αυτό επίσης πέθαινε, όπως και ο κύριός του, από γεράματα και ήδη δεν μπορούσε πια να γαυγίζει.

Πριν λίγα χρόνια ο μάγειρας είχε τυφλωθεί από την φωτιά της σόμπας. Ο κόμης που όριζε τον τόπο, τον έβαλε από τότε να μένει στο φυλάκιο και από καιρό σε καιρό του έδινε μερικά φλωρίνια.

Μαζί με τον μάγειρα ζούσε η κόρη του Μαρία, κορίτσι 18 χρονών. Όλη η επίπλωση του σπιτιού αποτελείτο από το κρεββάτι, τα σπασμένα σκαμνάκια, το χονδροκομμένο τραπέζι, τα πήλινα πιατικά, διάστικτα από σπασίματα και τέλος το πιάνο, ο μοναδικός πλούτος της Μαρίας.

Το πιάνο ήταν τόσο παλιό που οι χορδές του ακούγονταν για ώρα και ήσυχα σαν απάντηση σε κάθε ήχο που γεννιόνταν τριγύρω. Ο μάγειρας γελώντας αποκαλούσε το πιάνο “φύλακα του σπιτιού μας”. Κανένας δεν μπορούσε να μπει μέσα στο σπίτι χωρίς το πιάνο να τον ανταμώσει με τον πολύτιμο παλαιϊκό του ήχο.

Όταν η Μαρία έπλυνε τον ετοιμοθάνατο, και τον έντυσε με το κρύο, καθαρό του πουκάμισο, ο γέρος είπε:

“Ποτέ μου δεν αγαπούσα τους παπάδες και τους μοναχούς. Δεν μπορώ να καλέσω εξομολόγο αν και μου χρειάζεται πριν πεθάνω να καθαρίσω την συνείδησή μου”.

“Τι άραγε να κάνω;” φοβισμένα ρώτησε η Μαρία.

“Βγες στο δρόμο”, είπε ο γέρος, “και παρακάλεσε τον πρώτο που θα συναντήσεις να έρθει στο σπίτι μας, για να εξομολογήσει έναν ετοιμοθάνατο. Κανείς δεν θα σου αρνηθεί”.

“Ο δρόμος είναι τόσο έρημος…” ψυθύρισε η Μαρία. Έριξε πάνω της το παλτό της και βγήκε.

Έτρεξε μέσα από τον κήπο, με δυσκολία άνοιξε την κλειστή εξώπορτα και στάθηκε να περιμένει. Ο δρόμος ήταν έρημος. Ο αέρας τής έφερε φύλλα και από τον σκοτεινό ουρανό έπεφταν παγωμένες σταγόνες βροχής.

Η Μαρία περίμενε πολύ και προσεκτικά αφουγκραζόταν. Τέλος νόμισε πως κατά μήκος του λαχανόκηπου κάποιος πήγαινε τραγουδώντας. Έκανε μερικά βήματα για να τον συναντήσει, έπεσε πάνω του και έβγαλε μια κραυγή. Ο άντρας στάθηκε και ρώτησε:

“Ποιος είναι εδώ;”

Η Μαρία τον άρπαξε από το χέρι και με τρεμάμενη φωνή τού ανακοίνωσε την παράκληση του πατέρα της.

“Καλά”, είπε ήσυχα ο άντρας, “αν και δεν είμαι ιερέας, όμως είναι το ίδιο. Πάμε”.

Μπήκαν στο σπίτι. Στο φως του κεριού η Μαρία είδε έναν αδύνατο νεαρό άντρα. Πέταξε τον βρεγμένο του μανδύα στο σκαμνί. Ήταν ντυμένος με κομψότητα και απλότητα – η φλόγα του κεριού λαμπύριζε πάνω στην μαύρη του καμιζόλα, τα κρυστάλλινα κουμπιά και το δαντελένιο γιλέκο.

Ήταν ακόμη πολύ νέος αυτός ο άγνωστος. Εντελώς από παιδικότητα τίναξε το κεφάλι του, ίσιωσε την πουδραρισμένη του περούκα, πλησίασε γρήγορα το σκαμνί στο κρεββάτι, κάθισε, και γέρνοντας κοίταξε επίμονα και ευχάριστα το πρόσωπο του ετοιμοθάνατου.

“Μιλήστε”, είπε. “Ίσως με την εξουσία που μου δίνεται όχι από τον Θεό αλλά από την τέχνη την οποία υπηρετώ, θα ελαφρύνω τις τελευταίας σας στιγμές και θα σηκώσω το βάρος από την ψυχή σας”

“Εργάστηκα όλη την ζωή, όταν δεν ήμουν τυφλός”, ψυθύρισε ο γέρος και τράβηξε από το χέρι τον άγνωστο πιο κοντά του. “Και όποιος εργάζεται δεν έχει καιρό να αμαρτήσει. Όταν η γυναίκα μου αρρώστησε από φυματίωση – την λέγανε Μάρθα – και ο γιατρός της έγραψε διάφορα ακριβά φάρμακα και διέταξε να την ταϊζουμε με κρέμες και χυμώδεις καρπούς και να πίνει δυνατό κόκκινο κρασί, τότε έκλεψα από το σερβίτσιο του κόμη Τουν ένα μικρό χρυσό πιάτο, το έσπασα σε κομμάτια και το πούλησα. Και το θυμάμαι τώρα με βαριά καρδιά και το κρύβω από την κόρη μου: την δίδαξα να μην αγγίζει ούτε σκόνη από ξένο τραπέζι”.

“Μήπως κάποιος από την υπηρεσία του άρχοντα τιμωρήθηκε γι’ αυτό;” ρώτησε ο άγνωστος.

“Ορκίζομαι κύριε, κανείς”, απάντησε ο γέρος και άρχισε να κλαίει. “Αν ήξερα ότι ο χρυσός δεν θα βοηθούσε τη Μάρθα μου, μήπως θα μπορούσα να το κλέψω;”

“Πώς ονομάζεστε;” ρώτησε ο άγνωστος.

“Ιωάννης Μεγιέρ, κύριε”.

“Λοιπόν, Ιωάννη Μεγιέρ”, είπε ο άγνωστος και έβαλε την παλάμη του στα τυφλά μάτια του γέρου, “δεν είστε ένοχος μπροστά στους ανθρώπους. Αυτό που κάνατε δεν είναι αμαρτία και δεν μοιάζει με κλοπή, αντίθετα ίσως μετρηθεί για σας σαν νίκη της αγάπης”.

“Αμήν!” ψιθύρισε ο γέροντας.

“Αμήν!” επανέλαβε ο άγνωστος. “Και τώρα πέστε μου την τελευταία σας επιθυμία”.

“Θα ήθελα κάποιος να φρόντιζε τη Μαρία”.

“Αυτό θα το κάνω εγώ. Μήπως θέλετε τίποτε άλλο ακόμη;”

Τότε ο ετοιμοθάνατος απρόσμενα χαμογέλασε και είπε απότομα:

“Θα ήθελα να μπορούσα να δω τη Μάρθα άλλη μια φορά, έτσι όπως την είχα συναντήσει στα νειάτα. Να δω τον ήλιο και αυτόν τον γερό-κήπο όταν άνθιζε την άνοιξη. Αλλά αυτό δεν είναι δυνατόν κύριε, μην μου θυμώνετε για τις κουτές μου κουβέντες. Η αρρώστια θα ‘ναι, με μπέρδεψε εντελώς”.

“Καλά”, είπε ο άγνωστος και σηκώθηκε. “Καλά”, επανέλαβε, πλησίασε το πιάνο και κάθισε μπροστά του στο σκαμνί. “Καλά”, είπε απότομα για τρίτη φορά και ξαφνικά γρήγορος ήχος ακούστηκε στο δωμάτιο, λες και σκόρπιζαν στο πάτωμα εκατοντάδες κρυστάλλινες σφαίρες.

“Ακούστε”, είπε ο άγνωστος, “ακούστε και δείτε”.

Έπαιζε. Η Μαρία θυμόταν αργότερα το πρόσωπο του αγνώστου όταν η πρώτη νότα ήχησε κάτω από τα χέρια του. Ασυνήθιστη χλωμάδα σκέπαζε το μέτωπό του και στα σκοτεινά μάτια του κινήθηκαν γλώσσες φωτός.

Το πιάνο τραγουδούσε με γεμάτη φωνή εδώ και πολλά χρόνια. Γέμιζε με τους ήχους του όχι μόνο το δωμάτιο αλλά και ολόκληρο τον κήπο. Ο γέρο-σκύλος σύρθηκε από την γωνιά του, κάθισε, έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και στήνοντας τα αυτιά του, ήσυχα κουνούσε την ουρά του. Είχε αρχίσει να πέφτει υγρό χιόνι, αλλά το ζώο έγλειφε μονάχα τα αυτιά του.

“Βλέπω, κύριε” είπε ο γέροντας και ανακάθισε στο κρεββάτι. “Βλέπω την ημέρα που συναντήθηκα με την Μάρθα και εκείνη από την ταραχή της έχυσε τον κουβά με το γάλα. Ήταν χειμώνας, στα βουνά. Ο ουρανός έγινε διάφανος σαν γαλάζιος καθρέφτης και η Μάρθα χαμογελούσε. Χαμογελούσε…”, επανέλαβε ακούγοντας τον κελαριστό ήχο.

Ο άγνωστος έπαιζε ενώ έβλεπε στο σκοτεινό παράθυρο.

“Και τώρα”, ρώτησε, “βλέπετε τίποτε;”

Ο γέρος σώπαινε τεντώνοντας το αυτί του για να ακούσει.

“Δεν γίνεται να μην βλέπετε”, είπε γρήγορα ο άγνωστος, χωρίς να σταματήσει να παίζει, “πως η νύχτα από μαύρη έγινε μπλε και μετά γαλάζια και γλυκό φως πέφτει ήδη από κάπου ψηλά και στα γέρικα κλωνάρια των δέντρων σας ανθίζουν άσπρα λουλούδια. Κατά την γνώμη μου αυτά τα άνθη είναι μηλιάς αν και από εδώ, από το δωμάτιο, μοιάζουν με μεγάλες τουλίπες. Βλέπετε; Η πρώτη ακτίνα έπεσε στον πέτρινο φράκτη, τον έκαψε και από αυτόν ανεβαίνει ατμός. Αυτό πρέπει να ‘ναι, στεγνώνει το βρύο γεμάτο λιωμένο χιόνι. Και ο ουρανός κάνει τα πάντα πιο αιθέρια, πιο γαλάζια, πιο μεγαλειώδη και πουλιά ήδη πετούν στον βορρά πάνω στην παλιά Βιέννη”.

“Τα βλέπω όλα!” τσίριξε ο γέρος.

Ήσυχα άγγιξε ο νέος το πετάλι και το πιάνο τραγούδησε πανηγυρικά σαν να μην ηχούσε αυτό αλλά εκατοντάδες φωνές αγαλλιάσεως.

“Όχι, κύριε”, είπε η Μαρία στον άγνωστο, “αυτά τα λουλούδια δεν μοιάζουν καθόλου με τουλίπες. Αυτή η μηλιά άνθισε μέσα σε μία μόνο νύχτα”.

“Ναι”, είπε ο άγνωστος, “είναι μηλιά αλλά έχει πολύ μεγάλα πέταλα”.

“Άνοιξε το παράθυρο Μαρία”, παρακάλεσε ο γέροντας.

Η Μαρία άνοιξε το παράθυρο. Κρύος αέρας όρμησε στο δωμάτιο. Ο άγνωστος έπαιζε αργά και πολύ ήσυχα.

Ο γέρος έπεσε στα μαξιλάρια, ανέπνευσε με δυσκολία και έψαξε την κουβέρτα με τα χέρια του. Η Μαρία ρίχτηκε πάνω του. Ο άγνωστος σταμάτησε να παίζει. Καθόταν στο πιάνο ακίνητος σαν να ήταν μαγεμένος από την ίδια του την μουσική.

Η Μαρία έβγαλε μια κραυγή. Ο άγνωστος σηκώθηκε και πλησίασε στο κρεββάτι. ο γέρος με κομμένη την αναπνοή, είπε:

“Τα βλέπω όλα τόσο καθαρά, όπως χρόνια πολλά πίσω. Αλλά δεν θα ‘θελα να πεθάνω χωρίς να μάθω το όνομά σας… Το όνομά σας!”

“Με λένε Βόλφαγκ Αμαντέους Μόζαρτ”, απάντησε ο άγνωστος.

Η Μαρία οπισθοχώρησε από το κρεββάτι και χαμηλά, σχεδόν να αγγίζει με το γόνατο το πάτωμα, υποκλίθηκε μπροστά στον μεγάλο μουσικό.

Όταν σηκώθηκε, ο γέροντας ήταν ήδη νεκρός. Η αυγή κοκκίνιζε πίσω από τα παράθυρα, και το φως της σταμάτησε στον κήπο, καλυμμένο με λουλούδια υγρού χιονιού.

KONSTANTIN PAUSTOVSKI

Μετάφραση: Σούλα Νικολοπούλου

Χυδαιότης χυδαιοτήτων

Οφείλω να επισημάνω στους φίλους αναγνώστες ότι το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι δικής μου γραφής. Ούτε καν δικής μου έμπνευσης. Το αλίευσα πριν από πολλά χρόνια στο ίντερνετ τότε που δειλά δειλά ο κόσμος άρχιζε να αποτυπώνει γραπτώς τις σκέψεις του. Παρόλο που σήμερα έψαξα μήπως κατορθώσω να βρω την τοποθεσία της αρχικής ανάρτησής του, εντούτοις δεν τα κατάφερα. Εάν ο άγνωστος συντάκτης του κειμένου – ή όποιος άλλος φίλος – μπορεί να μας βοηθήσει είναι απολύτως ευπρόσδεκτος. Πρόκειται για ένα κείμενο που άλλους θα απογοητεύσει, άλλους θα χαροποιήσει, άλλους θα κάνει να αναρωτηθούν για ποιον λόγο γράφτηκε αυτό το κείμενο. Σε κάθε περίπτωση, είναι μια γραφή που παρέμεινε για πολλά χρόνια στο αρχείο μου και θέλησα να την μοιραστώ μαζί σας. Διαβάστε το. Μόνο και μόνο για την ευφυία και την λογοπλοκία του συντάκτη, αξίζει τον κόπο.

Κάποτε κάποιος στο ελληνικό κοινοβούλιο είχε εκστομίσει τη γνωστή φράση "δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις, υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι". Χωρίς να είμαι βέβαιος, νομίζω πως ο πατέρας της φράσης ήταν φασίστας. Η ατάκα όμως αυτή ήταν εξαιρετικά εύστοχη (να λοιπόν που και οι φασίστες μπορούν να έχουν μια στιγμή διαύγειας). Αλήθεια, τι είναι αυτό που καθιστά μια λέξη χυδαία; Σίγουρα όχι η ετυμολογία της. Το "γαμήσι" και ο "γαμημένος" είναι παράγωγα του ρήματος "γαμώ" που αρχικά σήμαινε "νυμφεύομαι". Το "καυλί" και ο "καυλιάρης" προέρχονται από τη λέξη "καυλός". Ο καυλός είναι ο βλαστός του φυτού, το κοτσάνι που προεξέχει από τη γη. Το γεγονός ότι υπάρχουν αυτές οι λέξεις, σημαίνει ότι είναι χρήσιμες στην επικοινωνία των ανθρώπων. Φυσικά πάντοτε κάποιος μπορεί να αντικαταστήσει τη λέξη "καυλί" με τη λέξη "πέος εν στύσει" μα ακόμα και έτσι, η επικοινωνία χωρίς τις ευρέως θεωρούμενες χυδαίες λέξεις θα γινόταν πολύ δύσκολη. Μοιραία το αρχίδι, η ψωλαρπάχτρα, ο πούτσος, το κωλοσφούγγι, τα χύσια, οι κουράδες, είναι όλες αληθινές λέξεις, που ορίζουν πραγματικά αντικείμενα ή καταστάσεις. Το αρχίδι φυσικά δεν μπορεί να είναι χυδαίο, διότι είναι μέρος του ανθρώπινου σώματος. Ο πούτσος το ίδιο. Τα χύσια και οι κουράδες, είναι απόβλητα του ανθρώπινου οργανισμού. Υπάρχει μια ανάγκη ύπαρξης των συγκεκριμένων λέξεων, που επιβεβαιώνεται από την ίδια τους την ύπαρξη. Οι λέξεις δηλαδή αυτοαποδεικνύουν τη χρησιμότητά τους.

Αν δεν είναι λοιπόν η ετυμολογία αυτή που κάνει χυδαία μια λέξη και δεν είναι ούτε και η έννοιά τους καθεαυτή, τότε άραγε τι είναι αυτό που κάνει μια λέξη χυδαία;

Νομίζω πως η απάντηση βρίσκεται στο αν αυτός που εκστομίζει τη λέξη εκφράζεται με ασέβεια ή με σεβασμό. Αν πείτε σε κάποιον "Γαμιέσαι με τη μάνα σου μωρή λούκρα", η φράση είναι ασεβής και χυδαία (εκτός και αν στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα). Αν πάλι του πείτε "Χρειάζεσαι επειγόντως γαμήσι", η φράση βρίσκεται στα πλαίσια της ευγένειας, διότι η λέξη χρησιμοποιείται για να εκφράσει σωστά το περιεχόμενο της πρότασης. Βέβαια, το σύνηθες είναι ο κόσμος να είναι αυστηρά προκατειλημμένος απέναντι στις "κακές" λέξεις, συχνά έχοντας μαύρα μεσάνυχτα για την ερμηνεία και την ετυμολογία τους. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μοιραίες παρεξηγήσεις. Έτσι, ακόμα και αν κάποιος επιθυμεί να κάνει χρήση της "χυδαίας" λέξης, είναι πιθανό να το αποφύγει αν ο συνομιλητής του δεν είναι κάποιο οικείο πρόσωπο. Φαντάζομαι πως ήδη αρκετοί αναγνώστες μου έχουν προβεί σε συνεχόμενους μορφασμούς αηδίας για τις χυδαιότητες που γράφω. Φυσικά δε γνωρίζουν πως ουδέποτε υπήρξα αθυρόστομος, πολλώ δε μάλλον χυδαίος

Προσωπικά χρησιμοποιώ τις λέξεις αυτές μονάχα όταν πραγματικά επιθυμώ να προσδώσω το νόημά τους στις εκφράσεις μου. Για το λόγο αυτό αντιπαθώ αφόρητα το "ρε μαλάκα" ως φιλική προσφώνηση. Πρέπει να είμαι ο μοναδικός Έλλην νέος που δεν αποκαλεί μαλάκες τους φίλους του. Έχω πάψει προ πολλού να προσβάλλομαι όταν οι φίλοι μου (τελευταία κόλλησαν το κουσούρι και τα κατά 10 και 12 χρόνια μεγαλύτερα αδέρφια μου) με προσφωνούν "μαλάκα". Είναι άλλωστε προτιμότερο να είναι κάποιος μαλάκας, παρά ασεβής, ψεύτης ή αστοιχείωτος. Το "μαλάκας" χρησιμοποιείται σωστά όταν αναφέρεται ως περιγραφή: είτε διότι κάποιος είναι συχνός αυνανιστής, είτε μεταφορικά, διότι είναι σιχαμερό ανθρωπάριο, είτε, τέλος, χιουμοριστικά, για κάποια ανόητη πράξη ("έκανες μαλακία"). Πολλές φορές αυτός που αποκαλεί μαλάκα κάποιον είναι πολύ μαλάκας, σε αντίθεση με αυτόν που καλείται μαλάκας. Το "γαμήσι" οφείλει να χαρακτηρίζει τη σεξουαλική πράξη. Η μεταφορική του σημασία ("πάμε σπίτι γιατί θα μας γαμήσει ο πατέρας") είναι αντίθετη με το νόημα της λέξης και μάλλον οφείλεται στη βίαιη και χυδαία χροιά που δίδουν μερικοί άνθρωποι στο σεξ. Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί η τόσο ευρεία μεταφορική χρήση της λέξης.

Οι χυδαιότερες από όλες τις εκφράσεις νομίζω πως είναι αυτές όπου ο εμπνευστής χρησιμοποιεί λέξεις που δεν αποδίδουν καθόλου το νόημα της σκέψης του, εκφράσεις που όχι μόνο είναι ασεβείς, αλλά και δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Αυτές τις εκφράσεις τις αποφεύγω με σύνεση, διότι θεωρώ πως διαταράσσουν την ακεραιότητά μου. Τέτοιες είναι εκφράσεις όπως: "Γαμώ την αδερφή σου ρε καριόλη", ή "Είσαι πουτάνας γιος". Συχνά οι εκφράσεις αυτές εκστομίζονται από ανθρώπους μηδαμινής καλλιέργειας, πολλές φορές άγνωστους σε αυτόν που υβρίζουν, που δεν είναι δυνατό να γαμούν την αδερφή του, ούτε να γνωρίζουν το επάγγελμα της μητέρας του. Επίσης, το "γαμώ την Παναγία σου" και το "γαμώ το Χριστό σου", κατέχουν υψηλή θέση ανάμεσα στις χειρότερες βρισιές του ελληνικού λεξιλογίου. Οι εκφράσεις αυτές, που τις περισσότερες φορές εκστομίζονται από κατά τα άλλα πιστούς χριστιανούς, καταφέρονται ενάντια στη θρησκεία με τρόπο ασεβέστατο και χτυπούν ευαίσθητες φλέβες. Η θρησκεία για πολλούς ανθρώπους είναι σημαντικότερη και από το πουλί τους, για άλλους σημαντικότερη και από τη μάνα τους ή από τα παιδιά τους. Αποφεύγω πάντοτε τις παραπάνω βρισιές, από βαθύ σεβασμό σε κάθε θρησκεία, και όχι επειδή δε βγάζουν αληθινό νόημα. Όπως στην περίπτωση με τις συγγένειες.

Φυσικά η χυδαιότητα δεν είναι προνόμιο των Ελλήνων. Οι Έλληνες είναι αθυρόστομοι αλλά σπάνια γίνονται χυδαίοι. Στα αγγλικά το "fuckin" χρησιμοποιείται συχνότατα ως πρόθεμα που προσδίδει αρνητική χροιά στη λέξη που ακολουθεί. Στα ελληνικά το αντίστοιχο πρόθεμα είναι το "κωλο-". Στους δρόμους του Λονδίνου, των Βρυξελλών, του Άμστερνταμ, του Μπιλμπάο, οι οδηγοί σπάνια βρίζουν ο ένας τον άλλο. Βρισιές όμως, υπάρχουν πολλές, και στα αγγλικά, και στα ολλανδικά και στα ισπανικά. Οι πιο συχνές ισπανικές απρέπειες είναι το "joder" και το "pendejo". Στα ιταλικά παρατηρείται πολύ το cazzo, στα γαλλικά το merde και το putaine (για τις γαλλικές λέξεις ειδικά ζητώ συγνώμη για την ορθογραφία, μα δε γνωρίζω γαλλικά). Τα πορτογαλικά βρίθουν απρεπών λέξεων. Ακόμα και οι σεμνότυφοι Άραβες, διατηρούν στο λεξιλόγιό τους ορισμένα μπινελίκια: αν πεις σε έναν Άραβα "Kuss Umak" ή "Kuss Sukhtar" είναι πιθανό να χάσεις τη ζωή σου, εκτός και αν είσαι Ισραηλινός. Τότε είναι σίγουρο πως θα χάσεις τη ζωή σου.

Εδώ ολοκληρώνεται το δοκίμιο περί χυδαιότητας. Καλοσωρίζω το νεαρό μου αναγνώστη και τον βεβαιώνω πως αυτό το κείμενο είναι κατάλληλο για ανηλίκους. Μπορεί να αισθάνεται ασφαλής μετά την ανάγνωσή του. Τον συμβουλεύω να γίνει καλός άνθρωπος, να έχει το μυαλό του ανοικτό και να μη γίνει ποτέ χυδαίος. Αυτό θα το επιτύχει αν εντρυφήσει στη σημασία των ελληνικών λέξεων και αν επιδεικνύει ευγένεια και σεβασμό. Νεαρέ αναγνώστη, η ευγένεια και ο σεβασμός είναι χαρακτηριστικά που βοηθούν πρωτίστως εσένα και σε κάνουν σπουδαιότερο άνθρωπο και δεν είναι καταναγκαστική υποχρέωση που πρέπει να αποδίδεται στους μεγαλύτερους. Ο σεβασμός και η ευγένεια δε γνωρίζουν ηλικία. Δοκίμασε να μην προσφωνείς "μαλάκα" κάθε δευτερόλεπτο το φίλο σου, θα δεις πόσο διαφορετικά ανώτερο θα σε κάνει αυτό. Αν από την άλλη μεριά αισθανθείς πως κάποιος 50χρονος είναι μαλάκας, πες το ευγενικά στον μπαμπά σου και θα δεις πως ίσως να συμφωνήσει και ο ίδιος. Στον ενήλικο αναγνώστη μου λέω, πες κι εσύ μια βρισιά, μπορείς. Τα σκατά στην ψυχή είναι αυτά που ενοχλούν και ενίοτε τα σκατά στον κώλο. Ουδέποτε τα σκατά στη γλώσσα.

Κι αν κάποιος αναγνώστης εξακολουθεί να με θεωρεί χυδαίο, αφ΄ ενός οφείλω να τον διαβεβαιώσω πως το κείμενο είναι μια μηδενικής χυδαιότητας λαογραφική πραγματεία, και αφ΄ ετέρου θα του πρότεινα να πάει να γαμηθεί.

Παν μέτρον άριστον ή παν άριστον μέτρον;

Τι από τα δύο ισχύει τελικά; Τι θα έπρεπε να ισχύει;

Είναι άριστο να έχουμε στην ζωή μας μέτρο; Ή μήπως το άριστο πρέπει να είναι το μέτρο στην ζωή μας;

Ποιος είναι εκείνος ο δάσκαλος που δίδαξε με μέτρο και υπήρξε ευτυχής; Ποιος είναι εκείνος ο δάσκαλος που προσπάθησε να φτιάξει μαθητές ανώτερους από τον ίδιο και δυστύχησε; Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος που μπόρεσε να αγαπήσει τα παιδιά του με μέτρο και δεν ντράπηκε για τον εαυτό του; Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος που δεν προσπάθησε να δώσει και την ζωή του ακόμη για τα παιδιά του και δεν αισθάνθηκε το ρίγος το παγωμένο να τον κυριεύει και να διαπερνά συθέμελα όλο του το κορμί; Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος που ερωτεύτηκε με λογική και μέτρο και αισθάνθηκε πλήρης; Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος που δεν δόθηκε ολοκληρωτικά και τελειωτικά στον έρωτά του και δεν ένιωσε σαν ένας μικρός θεός; Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος που χαιρόταν με μέτρο όταν βρισκόταν ανάμεσα στους φίλους του και ένιωθε γεμάτος; Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος που δεν κυριεύτηκε από την άμετρη έλξη και θαλπωρή των φίλων του και δεν αισθάνθηκε δέος;

Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος που μέτρησε τα όνειρά του με τον πόντο; Ποιος είναι εκείνος που έπιασε τον χάρακα και είπε ότι θα είναι τόσους πόντους δίκαιος, τόσα μέτρα ακέραιος, τόσες παλάμες ευγνώμων, τόσα κιλά φίλος και τόσα λίτρα ερωτευμένος;

Επιτέλους… ποιος είναι εκείνος που αποτόλμησε να έχει δυο πήχεις ιδανικά; Όποιος και να το έκανε, δεν κατάφερε παρά να είναι 2 σπιθαμές άνθρωπος…

Ποιος είναι εκείνος ο απολύτως αρνητικός που αρνήθηκε να περάσει από τον θετικό στον υπερθετικό βαθμό;

Ποιος είναι εκείνος που απαρνήθηκε την κατάχρηση και δεν κατέληξε να καταχραστεί τη ζωή του; Ποιος είναι εκείνος που έκανε απλή χρήση των δώρων του Θεού και τελικά δεν έζησε παρά μια ζωή άχρηστη;

Γιατί μπορεί αν δοκιμάζεις τα δώρα του Θεού με μέτρο, μπορεί να μην πληγωθείς ποτέ, μπορεί ποτέ να μην προδοθείς, μπορεί ποτέ να μην διαψευστείς, αλλά δεν θα ζήσεις ποτέ. Γιατί ποτέ και από κανένα μέτρο δεν θα ξεπηδούσε κανείς Αχιλλέας και κανείς Αλέξανδρος, και καμιά Πηνελόπη δεν θα ξαναφιλούσε τον αγαπημένο της. Καμιά αρρώστεια δεν θα γιατρευόταν αν οι ήρωες δεν ασώτευαν την ώρα τους και δεν ξόδευαν την ζωή τους αφειδώλευτα στα μουντά τα εργαστήρια. Η ανθρωπότητα πήγε μπροστά όχι χάρη στο μέτρο. Πήγε μπροστά επειδή κάποιοι δεν είχαν μέτρο.

Οι άνθρωποι που δεν έχουν μέτρο είναι καταδικασμένοι σε ένα διαρκές βάσανο. Η κοινωνία τους βασανίζει, αλλά επειδή μέσα της ξέρει τι τους οφείλει, μόλις πεθάνουν τους ευγνωμονεί. Μέτρο μπορεί – και πρέπει – να βάζει ο άνθρωπος στα υλικά αγαθά. Τα άλλα, τα σημαντικά, τα ανάερα και φευγαλέα, δεν σηκώνουν μέτρο. Δεν μπαίνουν στον χάρακα γιατί πολύ απλά δεν μπορούν να μετρηθούν. Ούτε να αναμετρηθούν. Αυτό είναι το μεγάλο τους πλεονέκτημα. Ίσως και το μεγάλο τους μειονέκτημα.

Αν ένα μέτρο πρέπει να έχει στη ζωή του ο άνθρωπος, τούτο μόνο να συλλογάται.

2 μέτρα χώμα τού φτάνουν.

Κάποτε, του περισσεύουν κιόλας…

Οι γυμνωμένοι αστερισμοί

Ο στρατοκόπος είχε πεζέψει τον κάματό του σε μια πέτρα της βουνοπλαγιάς κι ανασήκωσε το κεφάλι τους προς τα απόδημα άστρα. Κάποτε που τα νιάτα χλιμίντριζαν στην καρδιά του, τα άστρα τού μιλούσανε φιλικά και καθόταν να κουβεντιάσει ώρες μαζί τους. Το φως τους έπεφτε σαν την βροχούλα την ανοιξιάτικη στα νευρωμένα του χέρια και το συμμάζωναν οι φλογισμένες παλάμες του και το σκορπούσαν ολόγυρά του και γινόταν όλος αγγελικός μέσα σε κείνη την ανθοβολούσα μαρμαρυγή. Η καλοσύνη γέμιζε την καρδιά του και τον αγαπούσε τον κόσμο τούτο και δεν ήταν πλάσμα που να μην το αγαπούσε, γιατί δεν τη φοβόταν καθόλου την αγάπη του και δεν την φειδωλευόταν καθόλου και την ασωτευόταν με αστοχασιά και αναγάλλια.

Μα τώρα, οι μακρινοί αστερισμοί ταξιδεύανε σιωπηλοί, χωρίς φως. Είταν γεμάτοι πέτρα και λάσπη και κάρβουνο και φωτιά, έρημοι κόσμοι και άζωοι και βαριοί, κουρασμένοι και γερασμένοι, γυμνοί από κάθε γοητεία, γυμνοί από κάθε ομορφιά, που έδειχναν πως άλλο δεν ποθούσαν παρά να σβήσουν μια νύχτα σε ένα άδοξο χάος.

Ο βράχος της βουνοπλαγιάς είταν κρύος και σκοτεινός και ο στρατοκόπος ένιωθε το θάνατο να σταλάζει τη φαρμακερή του γαλήνη στα μέλη του, να πέφτει βαρής και ανεξιλέωτος κι ανεπανόρθωτος στην καρδιά του, ένιωθε την πολική παγωνιά να του μουδιάζει συθέμελα το κορμί. Η νύχτα τον φόβιζε, ξυπνούσε ο τρόμος του αγριμού του κυνηγημένου στα σωθικά του. Και η μοναξιά του πλήθαινε από στιγμή σε στιγμή, η μοναξιά της άγονης ερημιάς, της στέρφας σιγής, του πρωτόγονου δέους. Και τότες έσκυψε στην παλάμη του κι έκλαψε πολύ και ξαλάφρωσε μέσα σε πλήθος δάκρυα ο νυχτωμένος στρατοκόπος. Κι ύστερα σήκωσε πάλι το κεφάλι του και κοίταξε τα άστρα και τα ένιωσε ξανά να σπιθίζουν στα μουσκεμένα του μάτια κι αναρωτήθηκε, μήπως δε φταίγανε εκείνα, μήπως ο ίδιος, με το πέρασμα του καιρού, με την πείρα την πικρότατη της ζωής, με του νου την ενέργεια την μονότροπη τους είχε γυμνώσει τους αστερισμούς.

Και θυμήθηκε την ώρα που η καρδιά του είταν έρωτα και πόθο γεμάτη, πόσο μαγευτικές είταν τότες οι νύχτες και πόσο σύντομες! Ναι, έτσι είταν! Ξαναπήρε το δρόμο του κοιτάζοντας χάμου. Οι λυγαριές χαιρετούσανε το ραβδί του, οι λεύκες τραγουδούσανε στο πέρασμά του, όλα τραγουδούσαν, οι βουνοπλαγιές και ο κάμπος ο κοιμισμένος και οι θάλασσες οι αθέατες και οι μακρισμένοι ορίζοντες τραγουδούσαν και οι καρδιές οι ανθρώπινες – κι οι γυμνωμένοι αστερισμοί πέφτανε κομματιασμένοι στα βήματά του σα να βοσκούσαν στους όχτους της δημοσιάς. Η ερημιά αναγάλιασσε μονομιάς και βλάστησε κι ανθοβόλησε το κρίνο το προφητικό, το εράσμιο. Τάχυνε το περπάτημά του ο στρατοκόπος, το περπάτημά του το ανάλαφρο, και είδε πέρα, στο βάθος, την πολιτεία να ανασαίνει με τα αναρίθμητα ξαγρυπνισμένα φωτάκια της και το Γαλαξία να παραστέκει στον ύπνο της άγγελος φύλακας και σκεπαστής και τα παραμύθια με τα γλυκά προσωπάκια τους να περιδιαβάζουν αμέριμνα στα στενά δρομάκια.

Ας φυτέψουμε κατάστηθα το κρίνο της ερημιάς, κι αν χρειάζεται, ας το κάνουμε να βλαστήσει παρθενικό με τα ζεστά δάκρυά μας. Μπορεί να είναι όνειρο και ξεγέλασμα τούτο το κρίνο της ερημιάς. Μα τι σημαίνει; Ίσως να μην είναι κι ολότελα άσκοπο να ξναγίνουμε τη στερνή τούτη στιγμή οι μικροί σταυροφόροι του ονείρου.

Οι μικροί σταυροφόροι του ονείρου, καθώς έτυχε να τους πούμε, κατέχουν μια γεύση πολύ πικρή, έχουν δοκιμάσει ένα σωρό διαψεύσεις. Είδανε την ανθρώπινη βαρβαρότητα εκεί που δεν μπόρεσαν να την δούνε οι άλλοι. Κι έγιναν αδιάλλαχτοι. Θα είναι λάθος να τους κατηγορήσουμε, πως είναι αποφασισμένοι να γυρίσουν πίσω. Πηγαίνουν μπροστά. Μέσα από την πηχτή συννεφιά ξεκρίνουν κάποιες εύδιες χώρες. Μιαν αιθρία. Ξαναφέρνουν το πρόβλημα μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη, στην εσωτερική καλλιέργεια, στην αγωγή του εσωτερικού πλούτου, σε τούτες τις άπειρες δυνατότητες, τις μυστικές για σήμερα, ίσως και για πάντα φωνές, που είναι οι πιο αληθινές, οι πιο πλουτοφόρες.

Και δεν είναι καθόλου βέβαιο, πώς οι μικροί σταυροφόροι του ονείρου είναι οι πιο αισιόδοξοι. Μπορεί, απλούστατα, να είναι και οι πιο απελπισμένοι. Αυτό θα πρέπει να το συλλογιστούμε πολύ…

Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος
1948

5 χρόνια, το 1/7 της ζωής μου…

2005-2010

Το καλύτερο καλοκαίρι της ζωής μου ήτανε εκείνος ο Ιούνιος του ‘05. Ο μήνας που αγαπούσα όλον τον κόσμο γιατί αγάπησα εσένα. Η στιγμή που ήμουνα πιο ζωντανός από ποτέ αν και όλα γύρω μου ήταν σαν πεθαμένα.

Τότε που βάλαμε ψεύτικο γύψο για να μην πηγαίνεις στη δουλειά και να είμαστε όλη μέρα μαζί. Τότε που στο πρώτο μας ραντεβού σε έψαχνα στο λάθος μαγαζί και νόμιζα πως με έστησες. Τότε που το κινητό μου με πλημμύριζε ευτυχία κάθε που χτυπούσε. Τότε που σκονίστηκαν τα πέδιλά σου και αγόρασα νερό από το περίπτερο και σου έπλυνα τα πόδια καταμεσίς του δρόμου. Τότε που σου έδεσα το μπαλόνι στη ζώνη σου για να μην το χάσεις. Τότε που σου έκανα καφέ και έδεσα μια γραβάτα στο ποτήρι γιατί ήθελες ο καφές να είναι κυριλέ. Τότε που σε κλείδωσα κατα λάθος μέσα στο σπίτι και έκλαιγες σαν μικρό παιδί. Τότε που παίρναμε το βεσπάκι και έχωνες το μουσούδι σου μέσα στο κεφάλι μου και ήταν όλος ο κόσμος δικός μας, γιατί έτσι είναι τούτος ο κόσμος που ζούμε μικρή μου. Ο κόσμος ανήκει στα παιδιά. Τότε που ξαναγίναμε παιδιά. Τότε που ψάχναμε στα περίπτερα να διαλέξουμε παγωτό. Τότε που μου είπες για τον ζαχαρωτό τον φιόγκο της γιαγιάς σου που τον έγλυφες όταν ήσουν μικρή. Τότε που ήθελες να βγάλεις τα παπούτσια μέσα στο αμάξι και εγώ που τρομαγμένος νόμισα ότι ήθελες να κόψω τα μαλλιά μου. Τα μαλλιά μου… Ποτέ δεν την είπες αυτήν την λέξη… Βόστρυχοι… αυτό έλεγες. Ένας αδύνατος κούρος με βόστρυχους. Τότε που τα άφησα όλα πίσω μου και ήρθα για να δούμε μαζί την πανσέληνο στις 19 Αυγούστου.

Και πόσα ακόμα ήρθαν. Οι βόλτες μας, τα δέντρα μας, η θάλασσα, τα κρασιά μας, τα φαγητά μας, το κίτρο μας, ο πάγος σου, ο κρόνος σου, τα σαπούνια μας, τα πιπέρια μας, τα αλάτια μας, τα λάδια μας, τα καλτσάκια που σου πήρα από το σούπερ μάρκετ αλλά εσύ τα είχες πάρει παλιότερα από την λαϊκή, οι καμβάδες σου, τα πινέλα σου, τα μπλογκ μας, τα χαρτάκια που σου άφηνα κάθε πρωί δίπλα στον καφέ. Μην τα πετάξεις ψυχή μου τα χαρτάκια εκείνα, κλείδωσέ τα κάπου να μην τα ξαναδεί το φως αλλά μην τα πετάξεις. Δεν θα ξαναγράψω ποτέ χαρτάκια.

Θυμάσαι που δεν είχαμε ίντερνετ στο σπίτι και πηγαίναμε στο καφέ να ψάξουμε στο google τις απορίες μας; Και μεγάλωνα την ανάλυση της οθόνης για να βλέπεις με τα ματάκια τα δικά σου; Και τα γυαλάκια; Τα γυαλάκια που σου πήρα έπειτα για να βλέπεις καλύτερα; Κόκκινα σαν τα μαλλιά σου και μικρά σαν την μυτίτσα σου. Και που δεν πήγαμε; Και τι δεν κάναμε; Στο Ρούπελ δεν ήταν γραφτό να πάμε ποτέ αλλά πήγαμε στο Σιδηρόκαστρο… Και πόσο σου άρεσε ψυχή μου…

Τον Albinoni τον θυμάσαι; Τότε που σου τηλεφώνησα να τον ακούσεις και με μάλωσες. Για καλό το έκανα όμως…

Καλά το είπες ψυχή μου. Εμείς είμαστε σαν τα πουλιά, δε τσακωθήκαμε ποτέ. Γιατί να χωρίσουμε; Τα πουλιά ψυχή μου ζούνε λίγο. Και να μην πεθάνουν, τα πυροβολούν.

Μην μου κρατάς κακία αγάπη μου που φεύγω. Πρέπει να φύγω. Εσύ το ξέρεις πιο καλά από μένα. Δεν γίνεται αλλιώς. Να ήξερες μόνο πως φοβάμαι. Φοβάμαι μόλις παίρνει και νυχτώνει, φοβάμαι τη σκιά μου, φοβάμαι μήπως το Όχι του Καβάφη βγει ψεύτικο, γιατί πιο πολύ και από τις ιδανικές φωνές και αγαπημένες εκείνων που πεθάναν, φοβάμαι τις φωνές εκείνων που είναι χαμένοι για μας σαν τους πεθαμένους.

Και να γινότανε μέσα στη ζάλη μου, μες τον δυστυχή τον ύπνο μου, να ερχόσουν να μου δώσεις ένα φιλί ρουφηχτό τόσο ζεστό που να μου πάρει όση πνοή μου απόμεινε και να κοιμηθώ για πάντα στην αγκαλιά σου, και να πετάξω ψηλά να πεταρίσει η ψυχή μου ως τα σύννεφα, και από εκεί ψηλά θα είμαι πάντα κοντά σου και όταν φοβάσαι να τρέχεις και να κουρνιάζεις κάτω από τα φτερά μου να μην μπορεί να σου κάνει κανείς κακό.

Γεια σου μικρό μου ανθρωπάκι.

Γεια σου σουσουδάκι, μικρή μου μάγισσα μπαχλεβίτσα.

Γεια σου Μιμίκο μου.

Σε φιλώ. Με όση πνοή που απόμεινε τούτο το βράδυ.


Top