Slider[Style1]

Style2

Style3[OneLeft]

Style3[OneRight]

Style4

Style5

Οι Bloggers και ο ναός της Αρτέμιδος

Επιτέλους φίλοι συνbloggers σταματήστε να ρίχνετε νερό στο μύλο της φαυλότητας και της γελοιότητας. Πάψτε να διαφημίζετε την ρηχότητα και την ευτέλεια, την πρόστυχη ιδιοτέλεια, την αμορφωσιά και την βαρβαρότητα. Καταποντίστε στο άπατο πηγάδι της λήθης και της αφάνειας όλα εκείνα τα ανθρωποειδή που εν είδη ειδώλου διαβάλλουν την αισθητική μας, ενώ κανονικά θα έπρεπε να προσαχθούν βιαίως στο εδώλιο της καλαισθησίας και της παιδείας.

Σταματήστε επιτέλους να προβάλλετε την κυτταρίτιδα της Μενεγάκη και τον “εκδοτίσκο” Κωστόπουλο, τους χαριεντισμούς του Ρέμου με τον Βέρτη, τα ξεγυμνώματα της Αλεξανδράτου και άλλων επίδοξων στάρλετ, τα καπρίτσια της υπέργηρης Βίσση και τα τελειώματα της Πετρούλας, τα υπέρ-γελοία μούτρα του Λιάγκα, τους Ρουβάδες, τους ΨινακοΜαρτάκηδες και όλους αυτούς αριθμός ων ουκ έστι.

Και επειδή η γλώσσα πρέπει να είναι ευθέως ανάλογη των εννοιών που περιγράφονται, θα το θέσω αλλιώς: Γράψτε στα παπάρια σας τον Πρετεντέρη, τον Τριανταφυλλόπουλο, την Κανέλλη, τον Παπαγιάννη και την έπαυλη του Χατζηνικολάου. Γράψτε στα παπάρια σας τον Άδωνι και την γυναίκα του, τον Ευαγγελάτο και την δική του γυναίκα. Γράψτε στα παπάρια σας όλες τις ξεδιάντροπες αδερφές και τα ελεεινά ξέκωλα που περιφέρουν την σάρκα τους αριστερά και δεξιά προς άγραν κρέατος. Έτσι κι αλλιώς και αυτοί γραμμένους μας έχουν.

Μπορεί με πολλά Blogs να μην συμφωνούμε πάντοτε, αλλά έχουμε χρέος να παραδειγματιστούμε από την προσπάθεια του taxalia για την φώτιση των μύριων όσων τεκταίνονται επί του Μακεδονικού, από την μεθοδική έρευνα και το αναπόφευκτο ξεβράκωμα που συντελείται στο Antinews, από το απαράμιλλο ύφος και σθένος της Ολυμπιάδας, από την κραυγή αγωνίας του Θρακιώτη kostaxan, από τους προβληματισμούς του Simple Man, του Κλείτωρος, του Maximou, από το βροντερό “παρών” του Σκεφτόμαστε Ελληνικά, του GreekAlert και ασφαλώς τόσων άλλων πολύ αξιόλογων ιστολογίων.

Αν και απέχουμε πολύ από το να μοιάσουμε στους προγόνους μας, έχουμε μια ευκαιρία να επιτύχουμε εκεί όπου απέτυχαν εκείνοι. Να σβήσουμε από τον χάρτη τον Ηρόστρατο. Διότι όλοι αυτοί οι τιποτένιοι, οι ελεεινοί και τρισάθλιοι, οι απειρό-ασήμαντοι μηδενιστές, όλες αυτές οι απειροελάχιστες ποσότητες μικροσκοπικής ανθρώπινης υπόστασης επιχειρούν να γίνουν γνωστοί πυρπολώντας την αντίληψή μας περί του ωραίου, του καλού και του κάλλους.

Στείλτε στο διάολο όλους αυτούς τους σκοταδιστές. Γράψτε τους στα @@ σας.

Επιτέλους…

Τώρα θα φανεί αν είμαστε Bloggers με @@, ή… @@ Bloggers.

Περί γοητείας

Συγχωρήστε με που τον τελευταίο καιρό δεν αναρτώ κείμενα δικής μου έμπνευσης αλλά είναι πάγιο φαινόμενο κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, να ατονούν οι αντιστάσεις μου και να με εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου. Φαίνεται ότι αυτήν την στιγμή βρίσκει πρόσφορο έδαφος ο εγκέφαλός μου να αποβάλλει σιγά σιγά το έρμα που συγκεντρώθηκε το χειμώνα. Όμως, δεν θέλω να φανώ τελείως ασυνεπής ως προς την ροή των αναρτήσεων και για αυτόν τον λόγο επιλέγω κείμενα που διάβασα κατά καιρούς, κείμενα που κάποια λάτρεψα και κάποια με εξέπληξαν, κείμενα που - όπως και να ‘χει - θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας.

Σήμερα επέλεξα ένα απόσπασμα από μια σειρά δοκιμίων του Μοντεσκιέ με τον γενικό τίτλο “Περί καλαισθησίας”. Η καλαισθησία, σύμφωνα με τον σπουδαίο αυτόν διανοητή, είναι μιά έκφανση του πνεύματος όπως είναι επίσης η ιδιοφυία, η κοινή λογική, η κρίση, η ακρίβεια, το ταλέντο κ.α. Η καλαισθησία, με την σειρά της, έχει και αυτή πολλές εκφάνσεις όπως είναι η γοητεία, η συμμετρία, η ποικιλία, η έκπληξη, η ευαισθησία, η λεπτότητα, η απόλαυση… Ας ρίξουμε μαζί μια ματιά στην άποψη περί γοητείας, και ας αφήσουμε τον επίλογο να μας φωτίσει μιαν άλλη όψη της καλαισθησίας. Είμαι σίγουρος ότι θα σας αρέσει.

“Βρισκόμαστε μερικές φορές μπροστά σε πρόσωπα ή πράγματα που διαθέτουν μιαν αδιόρατη γοητεία, μια φυσική χάρη, αυτό το “κάτι” που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε. Μου φαίνεται ότι πρόκειται για μια εντύπωση βασισμένη κυρίως στο στοιχείο της έκπληξης. Μας συγκινεί το γεγονός ότι κάποιο πρόσωπο μας αρέσει περισσότερο από όσο μας φάνηκε στην αρχή πως άξιζε να μας αρέσει· και μας ξαφνιάζει ευχάριστα το ότι μπόρεσε να υπερνικήσει ελαττώματα που μας δείχνουν τα μάτια μας και τα οποία δεν πιστεύει πια η καρδιά μας. Να γιατί οι άσχημες γυναίκες διαθέτουν πολύ συχνά θέλγητρα που σπάνια βρίσκουμε στις όμορφες.

Καθόσον ένα ωραίο άτομο κάνει συνήθως το αντίθετο από εκείνο που περιμέναμε, καταλήγοντας να μας φανεί λιγότερο αξιαγάπητο – αφού μας εξέπληξε θετικά, μας εκπλήσσει αρνητικά: αλλά η θετική έκπληξη είναι παλιά, η αρνητική καινούργια. Εξ ου και οι ωραίες γυναίκες σπάνια εμπνέουν τα μεγάλα εκείνα πάθη, τα οποία σχεδόν μονοπωλούν όσες διαθέτουν άλλα θέλγητρα, όσες μας παρέχουν, δηλαδή, τέρψεις που ουδόλως περιμέναμε, ούτε είχαμε λόγο να περιμένουμε. Η περιβολή μιας βσκοπούλας έχει συχνότατα περισσότερη χάρη από όση μια χρυσοποίκιλτη στολή.

Τα θέλγητρα βρίσκονται συνήθως περισσότερο στην ψυχή παρά στο πρόσωπο, δεδομένου ότι ένα ωραίο πρόσωπο φαίνεται αμέσως και δεν κρύβει σχεδόν τίποτα: ενώ το πνεύμα δείχνεται λίγο λίγο, μόνο όταν το θέλει και για όσο θέλει· μπορεί να κρυφτεί για να εμφανιστεί την κατάλληλη στιγμή, προκαλώντας το είδος εκείνης της έκπληξης που αποκαλούμε γοητεία ενός ατόμου.

Η χάρη έγκειται λιγότερο στα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά και περισσότερο στους τρόπους· διότι οι τρόποι εκδηλώνονται ανά πάσα στιγμή και ανά πάσα στιγμή μπορούν να προκαλέσουν εκπλήξεις: με δυο λόγια, μια γυναίκα μόνο με έναν τρόπο μπορεί να είναι ωραία, αλλά είναι θελκτική με εκατό χιλιάδες τρόπους.

Ο νόμος των δύο φύλων έχει καθιερώσει, και στα πολιτισμένα και στα βάρβαρα έθνη, οι άνδρες να ζητούν και οι γυναίκες να στέργουν: εξ ου και τα θέλγητρα είναι χαρακτηριστικό κυρίως των γυναικών. Καθώς οφείλουν να αμύνονται έναντι των πάντων, πρέπει να κρύβουν τα πάντα· η παραμικρή κουβέντα, η παραμικρή χειρονομία, ό,τι επιδεικνύεται εκ μέρους τους χωρίς να παραβιάζεται το πρωταρχικό χρέος, ό,τι εκδηλώνεται ελεύθερα, γίνεται θέλγητρο: και είναι τέτοια η σοφία της φύσης, ώστε ό,τι θα ήταν ένα τίποτα χωρίς το νόμο περί αιδούς καθίσταται ανεκτίμητο από την εποχή του ευλογημένου αυτού νόμου, που εξασφαλίζει την ευτυχία της οικουμένης.

Δεδομένου ότι η αμηχανία και η εκζήτηση δεν μας εκπλήσσουν, τα θέλγητρα δεν συναντώνται ούτε στους αμήχανους τρόπους ούτε στους εξεζητημένους, αλλά σε μια κάποια ελευθερία ή φυσικότητα που βρίσκεται μεταξύ των δύο άκρων· και η ψυχή ξαφνιάζεται ευχάριστα βλέποντας ότι έχουν αποφευχθεί οι δύο σκόπελοι.

Θα έλεγε κανείς ότι οι φυσικοί τρόποι είναι και οι πιο εύκολοι: στην πραγματικότητα, εντελώς το αντίθετο συμβαίνει, επειδή η ανατροφή, που μας περιορίζει, μας κάνει να χάνουμε την φυσικότητα· και πάντοτε μας γοητεύει να την ξαναβρίσκουμε.

Τίποτα δεν μας αρέσει περισσότερο σε μια επίσημη ενδυμασία όσο το να βρίσκεται σε εκείνη την κατάσταση αφροντισιάς ή ακόμη και αταξίας που μας δείχνει την απουσία όλων των φροντίδων τις οποίες δεν αξίωσε η καθαριότητα και τις οποίες μόνο η ματαιοδοξία θα μας είχε υπαγορεύσει· και επιδεικνύει κανείς πνευματική χάρη μόνο όταν αυτά που λέει φαίνονται αυθόρμητα και όχι επιτηδευμένα.

Όταν λέτε πράγματα που σας έχουν στοιχίσει, μπορείτε κάλλιστα να δείξετε ότι διαθέτετε πνεύμα αλλά όχι και πνευματική χάρη. Για να το δείξετε αυτό πρέπει αφενός να μην το βλέπετε ο ίδιος και αφετέρου οι άλλοι, στους οποίους άλλωστε κάτι το απλοϊκό και αφελές σε εσάς, δεν υποσχόταν τίποτα παρόμοιο, να εκπλαγούν ευχάριστα ανακαλύπτοντάς το.

Έτσι, η χάρη δεν κατακτάται· για να τη διαθέτει κανείς πρέπει να είναι απλοϊκός. Αλλά πώς μπορεί να μοχθήσει κανείς για να γίνει απλοϊκός;

Ένας από τους ωραιότερους μύθους του Ομήρου είναι εκείνος με την ζώνη που προσέδιδε στην Αφροδίτη την τέχνη να αρέσει. Τίποτε δεν καταφέρνει να αποδώσει καλύτερα την αίσθηση αυτής της μαγείας, αυτής της δύναμης των θελγήτρων, που φαίνονται να έχουν δοθεί σε ένα πρόσωπο από κάποια αόρατη δύναμη και τα οποία υπερτερούν ακόμη και της ομορφιάς. Εκείνη η ζώνη, όμως, δεν μπορούσε να δοθεί παρά μόνο στην Αφροδίτη. Δεν θα πήγαινε με την μεγαλόπρεπεη ομορφιά της Ήρας, γιατί η μεγαλοπρέπεια απαιτεί σοβαρότητα, δηλαδή αυτοσυγκράτηση, που είναι αντίθετη με την αφέλεια της χάρης· δεν θα πήγαινε ούτε με την περήφανη ομορφιά της Αθηνάς, γιατί η περηφάνεια είναι αντίθετη με την γλυκύτητα της χάρης, και εξάλλου συχνά εκλαμβάνεται ως επιτήδευση”.

************************************

Για τα περαιτέρω ας ξανακούσουμε τον Βολταίρο: “Η καλαισθησία μορφοποιείται ανεπαίσθητα σε ένα έθνος που στερείται γούστου, υπό την επίδραση του πνεύματος των σημαντικών καλλιτεχνών. Συνηθίζουμε να βλέπουμε τους πίνακες με τα μάτια ενός Poussin (…), ακούμε την μουσική με το αυτί ενός Rameau (…), διαβάζουμε τα βιβλία με το πνεύμα των καλών συγγραφέων”. Από τότε, άλλαξαν οι καιροί, άλλαξαν και οι ταγοί. Ζωγράφοι, μουσικοί, συγγραφείς; Από τον 19ο αιώνα ένα χάσμα που ολοένα μεγαλώνει χωρίζει την μεγάλη τέχνη από το μεγάλο κοινό. Τι υπαγορεύει το γούστο των σύγχρονων μαζών; Τα στερεότυπα των διαφημιστικών σποτ, ένα φτωχό μείγμα εκφραστικών και νοητικών κλισέ. Η σκέψη προσομοιάζει πια με τα αντανακλαστικά. Είναι ωσάν, σε έναν κόσμο που βομβαρδίζεται με εικόνες, να έχουμε πάψει να βλέπουμε· στον κόσμο της απρόσκοπτης επικοινωνίας έχουμε ξεμάθει να μιλάμε· στον κόσμο της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών έχουμε χάσει την ικανότητα να κρίνουμε. Και, κυρίως, φαίνεται να έχει εξαρθρωθεί στην μεγάλη μάζα των σύγχρονων τηλεθεατών ο λεπτός εκείνος μηχανισμός που επιτρέπει (κατά Βολταίρο πάντα) “να είμαστε ευαίσθητοι και φιλήδονοι με το καλό, να απορρίπτουμε το κακό με ανακούφιση”. Η καλαισθησία ως άμυνα, ως αντίσταση, έχει καταστεί μια προσωπική υπόθεση (ολίγων), μια εξατομικευμένη καταφυγή. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι το γούστο είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που καθορίζεται από τις οικονομικές, κοινωνικές, τεχνολογικές εξελίξεις.

Τι σημαίνει λοιπόν μια ακαλαίσθητη κοινωνία; Μια κοινωνία ισοπεδωμένη. Μια κοινωνία θρυψαλιασμένη, πνευματικά παραιτημένη, χωρίς ζωτικό βάθος, χωρίς αντιστάσεις – μια κοινωνία ρηχή, ασύνταχτη, ανερμάτιστη. “Το διαστρεβλωμένο γούστο” μας προειδοποιεί ο Βολταίρος “είναι μια αρρώστια του πνεύματος”. Μια ύβρις του “βλέμματος”. Μια κοινωνία καταντά κακόγουστη όταν έχει παραδοθεί, αυτοεγκαταλειφθεί. Καλαίσθητος πολίτης είναι ο ενεργός, ο αχειραγώγητος πολίτης· ο πολίτης που “βλέπει”. Ο ψηφιακός κόσμος του τέλους των ιδεολογιών, αν όχι και της ιστορίας, καλλιεργεί εν τέλει την ακαλαισθησία, δίκην αναισθητικού. Έχει δίκιο ο Philippe Sollers: “Η καλαισθησία σήμερα δεν είναι σύμβαση, αισθητισμός, συντήρηση. Η καλαισθησία, σήμερα, οδηγεί κατευθείαν στην κοινωνική εξέγερση!”

Καλαίσθητοι όλης της γης, ενωθείτε…

Στην Ήπειρο ακόμη και ο γάμος ξεκινάει με μοιρολόι

Βρισκόμαστε ήδη στο μέσο του καλοκαιριού και πάντα τέτοια εποχή οι αντιστάσεις των ανθρώπων είναι μειωμένες. Οι ρυθμοί πέφτουν, οι μπαταρίες αδειάζουν, το μυαλό ταξιδεύει και ο άνθρωπος σε ανεπάρκεια - ή αρκετά συχνά σε καταστολή – περιμένει να έρθει το πλήρωμα του χρόνου ώστε να αφήσει πίσω του τις επαγγελματικές σκοτούρες και επιτέλους να αισθανθεί για λίγο κύριος του εαυτού του.

Γι’ αυτό σήμερα επιτρέψτε μου να παραθέσω ένα κείμενο του Κώστα Γεωργουσόπουλου που δημοσιεύτηκε πριν από αρκετά χρόνια στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ”. Ένα κείμενο που αφορά μεν την ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Ήπειρο, αλλά έχω την αίσθηση πως μπορεί να αγγίξει πολλούς από εμάς. Εμάς που η ζωή στην πόλη μάς έχει σακατέψει, μας έχει αποξενώσει από όλα εκείνα που επιτρέπουν στον άνθρωπο να παραμείνει άνθρωπος. Ας το ξαναδιαβάσω και εγώ μαζί σας, αναμένοντας από τον φετεινό Αύγουστο να με αναζωογονήσει τόσο πολύ, ώστε μετά - με όλη την άνεσή μου - να προσποιηθώ ότι θα φέρω στην ζωή μου ένα Σεπτέμβριο διαφορετικό από τους προηγούμενους.

Τα συναισθήματα δεν είναι σαν τα νομίσματα, παλαιάς και νέας κοπής. Δεν διαφέρει το πένθος, ο ενθουσιασμός, η οργή και η επιείκεια είτε κατοικείς σε παλάτια ή καλύβια είτε ευρίσκεσαι σε εποχές συρράξεων ή ημέρες συγκομιδής και περισυλλογής. Ο πόνος είναι πόνος, η χαρά χαρά. Ίσως να διαφέρουν τα μέσα, οι μόδες, ίσως οι εντάσεις να είναι διαφορετικές, ίσως να επιστρατεύονται, ανάλογα με τις συνθήκες, άλλα κουράγια. Ο πόνος, το πένθος, η απελπισία μπροστά στον θάνατο αγαπημένων προσώπων δεν άλλαξε ως βίωμα, ως τραύμα, ως εγκαυστική. Απόδειξη οι θρήνοι, στον Όμηρο, στους τραγικούς, στους ρομαντικούς, στους ρεαλιστές, στους συμβολιστές ακόμη και στους υπερρεαλιστές δημιουργούς. Θα έλεγα μάλιστα πως όσο οι συνθήκες του βίου περιορίζουν τις δυνατότητες να εκδηλωθεί, να εκφραστεί, να σκιστεί το συναίσθημα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ένταση.

Παλιότερα, κι όχι μόνο στην ύπαιθρο χώρα και στα μικρά μέρη, αλλά και στην πρωτεύουσα και έως πριν από λίγα χρόνια στις «επαρχίες» της Αθήνας, τον νεκρό μας τον ξενυχτούσαμε στο σπίτι, στο κεντρικό δωμάτιο, από εκεί τον κηδεύαμε και επιστρέφοντας από την ταφή επιστρέφαμε (ομηρικότατα) και στη ζωή δειπνώντας με κοινό δείπνο, όπου συγγενείς, γείτονες, φίλοι προσέφεραν σε έρανο τα φαγητά τους. Αυτός ο Νεκρόδειπνος (έχει μνημειωθεί από τον Σικελιανό και τον Σινόπουλο) λεγόταν κατά περιοχή «Μακαριά» ή «Παρηγοριά». Τώρα ο νεκρός μας ξενυχτάει μόνος σ' ένα ψυγείο νεκροτομείου και η «παρηγοριά» έχει συρρικνωθεί σε τυποποιημένο καφέ, παξιμαδάκι, κονιάκ που προσφέρεται στο κυλικείο του Νεκροταφείου και συνήθως οι πενθούντες διά του Τύπου δηλώνουν ότι δεν θα δεχτούν «συλλυπητηρίους επισκέψεις». Τι σημαίνουν όλα αυτά; Μήπως μειώθηκε το πένθος, η απελπισία για την απουσία των προσφιλών; Όχι, αντίθετα, γίνονται σχεδόν αφόρητα και συνήθως καταλήγουν οι άνθρωποι στον ψυχίατρο, στην κατάθλιψη και στη μελαγχολία. Σ' αυτό οδήγησαν οι συνθήκες του βίου, η τυραννία του μεροκάματου, η στενότητα του χώρου (πώς θα κατεβεί το φέρετρο από τον 5ο όροφο μια και δεν χωράει στο ασανσέρ;!), το σκόρπιο σε μεγάλες αποστάσεις συγγενολόι αλλά και οι εργαζόμενοι σύνοικοι, που δεν γνωρίζουμε ούτε ποιοι είναι, που οι θρήνοι και η συρροή σε ώρες κοινής ησυχίας τούς ενοχλούν και συχνά καλούν την Αστυνομία!

Και τα γλέντια; Παλιότερα σε γιορτάδες μέρες ή σε επετείους και ονομαστικές εορτές, σε γάμους και βαφτίσια στις αυλές, στα τρίστρατα ή στα αλώνια στρώνονταν τραπέζια, βράζανε καζάνια, καλούσαν κομπανίες και κάθε μεγάλος ή μικρός χώρος γινόταν χοροστάσι, πανηγύρι, μέγα επικοινωνιακό γεγονός με απόλυτη συναισθηματική φόρτιση. Σπονδή στον Διόνυσο και ξόρκι του θανάτου. Μπορεί να κλειστεί το γλέντι στα στενά, τσιμεντένια κλουβιά όπου μετοικήσαμε; Προσπάθειες εξόδου γίνονται με τις συνεστιάσεις συμπατριωτών, συντεχνιών, συναδέλφων ή καλεσμένων φίλων σε οργανωμένους χώρους διασκεδάσεως. Ακραία μορφή εξομοίωσης γλεντιού, αυτά τα νέα εφευρήματα, τα διάφορα «Κτήματα» όπου προσομοιώνεται ο χώρος με χωριό, πανήγυρη, αυλή κ.λπ.

Κι όμως, η λαχτάρα των ανθρώπων να απεκδυθούν από τις πιεστικές καθημερινές μέριμνες, από την καταθλιπτική τυραννία της εργασιακής επανάληψης, τους οδηγεί, έστω κατά τρόπο συναισθηματικής σκηνοθεσίας, να γλεντήσουν μέσα σε χώρους στενούς, αστικούς και να φαντασιωθούν τον αρχαίο τρόπο διονυσιακής εορτής.

Μου συνέβη πρόσφατα. Βρεθήκαμε καλεσμένοι σε σύγχρονο μεγαλοαστικό διαμέρισμα σε υψηλό όροφο προαστίου της Αθήνας, πανεπιστημιακοί, δάσκαλοι, δικαστές, δικηγόροι, συνθέτες - τραγουδιστές, συγγραφείς και φοιτητές, ηλικιακό φάσμα με άνυσμα πενήντα χρόνια. Προέλευση Μωραΐτες, Ρουμελιώτες, Ηπειρώτες. Ο πυρήνας, οι τελευταίοι και οι οικοδεσπότες. H βραδιά ξεκίνησε τυπικά, ως συνήθως. Σκόρπιες παρέες στις διάφορες διαμορφωμένες γωνιές του ευρύχωρου σαλονιού. Οι τυπικές αναγνωριστικές συζητήσεις για να σπάσει ο πάγος, να βρεθούν κοινά ενδιαφέροντα, να αναζητηθούν ευθείς και πλάγιοι δεσμοί, μακρινοί γνώριμοι, φοιτητικές παρέες, συμπεθεριά συγγενών και τα γνωστά. Σ' ένα μικρό δωμάτιο, δίπλα στο σαλόνι, τρεις άγνωστοι και ξεμοναχιασμένοι άντρες έπιναν ουζάκι και τσιμπολογούσαν μεζεδάκια.

Ωσπου ήρθαν τα φαγητά. Από έμπειρα χέρια νοικοκυράς, ηπειρώτικες γεύσεις, πίτες, κρέατα, τυριά, ορεκτικά και κόκκινο κρασί. Τα πηγαδάκια συγκεντρώθηκαν σε δύο εστίες, σε δύο κοινές τράπεζες. Το κρασί έρρευσε, λύθηκαν οι γλώσσες. Και τότε το θαύμα συντελέστηκε. Οι τρεις περίεργοι επισκέπτες του διπλανού δωματίου στρώθηκαν ανάμεσα στα δύο τραπέζια, άνοιξαν τους σάκους τους και αποκάλυψαν τον ρόλο τους. Ένα κλαρίνο, ένα ακορντεόν, ένα ντέφι. Κι άρχισε το γλέντι και άστραψε η μουσική. H ηπειρώτικη, στην πραγματικότητα η βορειοηπειρώτικη, κομπανία από το Αργυρόκαστρο μπήκε μέσα στο στενό τσιμεντένιο μεγαλοαστικό φρούριο και το ανατίναξε. Το σαλόνι σε λίγα λεπτά, όταν ο πρώτος «σκάρος» πλημμύρισε την ατμόσφαιρα, μετατράπηκε σε πλατύ αλώνι, σε χοροστάσι, σε εσωτερική αυλή μοναστηριού μέρα πανηγυριού. Τα αυστηρά έπιπλα μέσα στην αχλύ των μουσικών κλιμάκων έγιναν στασίδια, βραχάκια, θημωνιές, κρασοβάρελα, σούστες, χράμια, βελέντζες, κιλίμια. Κάπου είχες την ψευδαίσθηση ότι καμάρωνε ο αργαλειός, πιο πέρα το πιθάρι με τα παστά, οι κάδοι με τις τσακιστές ελιές, οι πολυέλαιοι μετατράπηκαν ξαφνικά σε πάτερα απ' όπου κρέμονταν μάτσα με χαμομήλια, ρίγανη, τσάι του βουνού και πιο πέρα αρμαθιές σκόρδα, κρεμμύδια, ξερά σύκα, λουκάνικα.

Ναι, η μουσική ξυπνούσε στους αλλοτριωμένους λόγιους, επιστήμονες και στους εξόριστους στο άστυ συγγραφείς και συνθέτες το ρίγος του βυθού, τη ναρκωμένη μνήμη.

Το κλαρίνο κεντούσε μουσικά σιρίτια με χρυσές κλωστές πάνω σε βελουδένιες ποδιές. Το ακορντεόν κελάηδιζε, γουργούριζε και άλλοτε παιζογελούσε και το ντέφι είχε βρει τους σφυγμούς στους καρπούς των χεριών της ομήγυρης και χτυπούσε με τον ρυθμό της καρδιάς μας.

Στην Ηπειρο ακόμη και ο γάμος ξεκινάει με μοιρολόι, λες και αυτός ο εδραίος λαός (οι αρχαίοι Σελλοί, οι εδραίοι, οι αυτόχθονες, από όπου και η Ελλάς αργότερα) έκανε γλέντι, τραγούδι και χορό την ηρακλείτεια διαλεκτική, όπου ζωή και θάνατος, πένθος και χαρά, ύπνος και ξύπνιο, γηρατειά και νιάτα, μέρα και νύχτα είναι το ίδιο, το ένα περιέχεται μέσα
στο άλλο, παλίντονος αρμονία.
Από τις αρτηρίες στον ρυθμό

Οι τρεις δεξιοτέχνες χειριζόμενοι τους δρόμους τους μουσικούς μεθοδικά, συστηματικά, με την αρχαία σοφία που κουβαλάνε γνωρίζουν πως σιγά-σιγά μπαίνοντας στις αρτηρίες, ακολουθώντας τις παλινδρομήσεις του αίματος, φτάνουν στην καρδιά και επιταχύνουν τους παλμούς της και οι παλμοί κινητοποιούν προς τον εγκέφαλο τις φυσαλλίδες του αλκοόλ και εκείνο μεθάει τα κύτταρα του εγκεφάλου και στέλνει μηνύματα στα πόδια και τα πόδια μπαίνουν στον ρυθμό και ο ρυθμός οδηγεί τα βήματα στον χορό.

Ετσι όλοι οι πριν από λίγο συγκρατημένοι, ευπρεπείς, πολιτισμένοι συνδαιτυμόνες πετάνε τα σακάκια, τις γραβάτες και με τα πουκάμισα έξω από το παντελόνι και οι γυναίκες χωρίς τα ψηλοτάκουνα, χεραγκαλιά, τελούν τους βαθύρριζους αργούς στην αρχή κύκλιους χορούς πρώτα της Ηπείρου και ο δεξιοτέχνης του ντεφιού τραγουδά και το κλαρίνο χτίζει ξερολιθιές πυρσογιαννίτικες με τις νότες και το ακορντεόν, άλλοτε ειρωνεύεται και άλλοτε χαριεντίζεται ενώνοντας Ανατολή και Δύση, Βαλκάνια και Τυρρηνικό Πέλαγος.

Το παν οργά και ο Διόνυσος στο κέντρο του χορού μαίνεται.

Για λίγες ώρες το μεγαλοαστικό σαλόνι έγινε αλώνι, ορχήστρα σατυρικού δράματος, πασχαλινό αναστάσιμο τσιμπούσι. Ω, έπεσαν και παραγγελιές, έπεσε και χαρτούρα και οι μουσικοί, ενώ είχαν προς το ξημέρωμα μαζέψει τα όργανά τους, επέστρεψαν γιατί η βαθιά χαρμολύπη κάποιου γλεντιστή επεθύμησε (πριν ξαναφορέσει το προσωπείο του επαγγέλματος σε λίγες ώρες) ένα βαρύ μοιρολόι.

Έτσι όπως το ένιωσε το όλον πράγμα ο Μακρυγιάννης, που τραγουδώντας ένα βαρύ θλιβερό τραγούδι είπε πως «είχε κέφια»!


Top